γαργαλίζω

γαργᾰλ-ίζω,
A tickle, titillate, Pl.Phlb.47a, Epicur.Fr.411;

αὐτὸς αὑτὸν οὐθεὶς γ. Arist. Pr.965a11

:—[voice] Pass.,

γαργαλίζεσθαι μόνον ἄνθρωπον Id.PA673a6

, cf. EN1150b22: also, generally, feel tickling or irritation, Pl.Phdr.251c.
2 metaph.,

τὰ τὰς αἰσθήσεις γαργαλίζοντα ἡδέα Phld.Mus.p.33K.

, cf. Ph.2.352
;

τὰ ὦτα γ. Aristid.Or.34(50).16

, cf. Luc.Cal.21; also of pain,

ὰλγηδὼν -ουσα Plu.2.1088a

:—[voice] Pass.,

γαργαλιζομένου τοῦ σώματος Plot.6.7.34

.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • γαργαλίζω — tickle pres subj act 1st sg γαργαλίζω tickle pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γαργαλίζω — και γαργαλεύω και γαργαλώ (AM γαργαλίζω) 1. ερεθίζω κάποιον με τα δάχτυλα ή κάποιο λεπτό αντικείμενο σε ευαίσθητα μέρη τού σώματος (μασχάλες, φτέρνες κ.λπ.) ώστε να προκληθεί σύσπαση τών γελαστικών μυών και ν αρχίσει να γελάει 2. ερεθίζω, προκαλώ …   Dictionary of Greek

  • γαργαλίζω — [гаргализо] р. щекотать …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • γαργαλίζω — γαργάλισα, γαργαλίστηκα, γαργαλισμένος 1. ερεθίζοντας ορισμένα νεύρα προκαλώ το γέλιο: Μη με γαργαλίζεις στην κοιλιά. 2. μτφ., ερεθίζω, προκαλώ την επιθυμία …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • γαργαλίζῃ — γαργαλίζω tickle pres subj mp 2nd sg γαργαλίζω tickle pres ind mp 2nd sg γαργαλίζω tickle pres subj act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γαργαλίσει — γαργαλίζω tickle aor subj act 3rd sg (epic) γαργαλίζω tickle fut ind mid 2nd sg γαργαλίζω tickle fut ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γαργαλίσῃ — γαργαλίζω tickle aor subj mid 2nd sg γαργαλίζω tickle aor subj act 3rd sg γαργαλίζω tickle fut ind mid 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γαργαλιζομένων — γαργαλίζω tickle pres part mp fem gen pl γαργαλίζω tickle pres part mp masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γαργαλιζόμεθα — γαργαλίζω tickle pres ind mp 1st pl γαργαλίζω tickle imperf ind mp 1st pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γαργαλιζόμενον — γαργαλίζω tickle pres part mp masc acc sg γαργαλίζω tickle pres part mp neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γαργαλιζόντων — γαργαλίζω tickle pres part act masc/neut gen pl γαργαλίζω tickle pres imperat act 3rd pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.